Τομείς Εξειδίκευσης

Ιατρικό Δίκαιο

Η συχνά ανεπανόρθωτη σωματική βλάβη ή ακόμα κι η απώλεια ενός ανθρώπου οδηγεί, όλο και πιο συχνά τις τελευταίες δεκαετίες στην αναζήτηση ευθυνών. Οι κατηγορίες δηλαδή εναντίον ιατρών απασχολούν όλο και περισσότερο τόσο τα αστικά όσο και τα ποινικά δικαστήρια με αποτέλεσμα πολλές φορές την καταδίκη και την επιδίκαση υψηλών ποσών αποζημίωσης εις βάρος τους. Από τη μία πλευρά γίνεται δεκτό ότι μόνο του το βλαπτικό αποτέλεσμα μίας ιατρικής πράξης δεν σημαίνει εξ΄ορισμού ευθύνη του ιατρού. Από την άλλη όμως γίνεται παγίως δεκτό, ειδικά όσον αφορά το ποινικό σκέλος, ότι καταδίκη του ιατρού είναι δυνατή όταν εκείνος ενήργησε κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, ενάντια στο καθήκον επιμέλειας που τον βαρύνει.

Απαραίτητη προϋπόθεση περαιτέρω είναι ο ιατρός να μην κατέβαλε την επιβαλλόμενη προσοχή, κι ενώ μπορούσε με βάση τις γνώσεις και τις ικανότητές του, είτε να μην προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα είτε να το προέβλεψε αλλά να πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν. Η δυσχέρεια αυτού του είδους των υποθέσεων εντοπίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να αποφανθεί με την αναγκαία βεβαιότητα ότι ο θάνατος ή η σωματική βλάβη του ασθενή οφείλεται σε λανθασμένη ιατρική ενέργεια. Η απόδειξη ή η άρνηση των ανωτέρω απαιτούν εις βάθος έρευνα και γνώση ιατρικών υποθέσεων στη νομολογία καθώς κι εντατική συνεργασία με πραγματογνώμονες.

Σε κάθε περίπτωση η αναλυτική καταγραφή του ιστορικού του ασθενούς, η εξασφάλιση της συναίνεσης του στην προτεινόμενη θεραπεία μέσω διεξοδικής ενημέρωσής του ως προς το είδος της θεραπευτικής μεθόδου και των ενδεχόμενων αρνητικών συνεπειών αυτής καθώς και η σχολαστική καταγραφή της πορείας της θεραπείας με τήρηση και συνεχή ενημέρωση του ιατρικού φακέλου του ασθενούς αποτελούν μερικές από τις πιο ενδεδειγμένες κινήσεις της ιατρικής καθημερινότητα προς διασφάλιση όλων.


Οικογενειακό Δίκαιο

Οι σχέσεις προσώπων μεταξύ των οποίων υφίστανται οικογενειακοί ή παρόμοιοι δεσμοί ρυθμίζονται από τις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου. Εν στενή έννοια αφορούν ζητήματα των σχέσεων των συζύγων μεταξύ τους, περιουσιακές και προσωπικές, των σχέσεων μεταξύ συζύγων και τέκνων, γεννημένων εντός ή εκτός γάμου είτε υιοθετημένων, κ.α. Με την πάροδο των ετών και τη σύγχρονη μεταβαλλόμενη αντίληψη των κοινωνιών περί του θεσμού της οικογένειας έχουν αναγνωριστεί από το ελληνικό δίκαιο κι εναλλακτικές μορφές αυτής όπως η ελεύθερη ένωση.

Πέραν εκείνης του γάμου προβλέπεται δηλαδή κι η σύναψη συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης, η οποία δυνατότητα επεκτάθηκε πλέον και στα ομόφυλα ζευγάρια. Απαραίτητη προϋπόθεση στη περίπτωση του γάμου είναι η σύγχρονη δήλωση των μελλονύμφων ότι συμφωνούν σε αυτό (πολιτικός γάμος) είτε η τέλεση αυτού με ιερολογία (θρησκευτικός γάμος). Για τη σύσταση του συμφώνου συμβίωσης από την άλλη απαιτείται η συμφωνία δύο ενήλικων προσώπων, ανεξάρτητα από το φύλο τους, η οποία καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μέσω αυτής ρυθμίζονται όλα τα θέματα που αφορούν τη συμβίωσή τους. Το σύμφωνο συμβίωσης λύνεται είτε με κοινή συμφωνία των μερών, είτε με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση εφόσον έχουν παρέλθει τρεις μήνες από την επίδοση (με δικαστικό επιμελητή) πρόσκλησης του άλλου μέρους για συναινετική λύση, είτε αυτοδικαίως με τη σύναψη γάμου μεταξύ των μερών.

Η νομική διαδικασία λύσεως γάμου αντίστοιχα είτε αυτός είναι πολιτικός είτε θρησκευτικός είναι το διαζύγιο το οποίο μπορεί να είναι είτε συναινετικό είτε κατ’ αντιδικία. Στη πρώτη κι εύκολη περίπτωση αντιμετωπίζονται με μία διαδικασία όλα τα ζητήματα που μπορεί να ανακύψουν όπως η διατροφή των τέκνων, η επιμέλεια κι η επικοινωνία με αυτά. Στη δεύτερη περίπτωση καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι σχέσεις μεταξύ των συζύγων έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι για εκείνον αφόρητη. Ο κλονισμός αυτός του γάμου αποδεικνύεται αμάχητα με τη παρέλευση δύο ετών συνεχούς διάστασης, έτσι ώστε το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί κι από εκείνον που στο πρόσωπό του εδράζεται ο λόγος κλονισμού. Ο γάμος τότε λύνεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Παράλληλα ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στον έναν σύζυγο ο οποίος αποδεδειγμένα συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του άλλου να απαιτήσει απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.


Μισθωτικές διαφορές

Η συμφωνία κι εν τέλει σύναψη μίσθωσης ενός ακινήτου απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή τόσο από τον υποψήφιο μισθωτή όσο κι από τον ιδιοκτήτη-εκμισθωτή του ακινήτου. Κι οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν δικαιώματα κι υποχρεώσεις οι οποίες γίνονται πολύ συχνά αντικείμενο ερμηνειών κι εντέλει αντιδικίας. Συγκεκριμένα προκύπτουν πολλές φορές ζητήματα τα οποία είτε δεν προβλέπονται στο ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης είτε αφορούν περιπτώσεις για τις οποίες οι επιταγές του νόμου υπερισχύουν οποιαδήποτε συμφωνίας των εμπλεκόμενων μερών.

Συνηθέστερη όμως περίπτωση αντιδικίας είναι η αποκαλούμενη δυστροπία εκ μέρους του μισθωτή, η οποία μεταφράζεται σε υπαίτια καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος εκ μέρους του. Σε αυτήν την περίπτωση κι αφού έχουν εξαντληθεί όλα τα μέσα καλής πίστης, ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στους ιδιοκτήτες των ακινήτων να επιδιώξουν υπό αυστηρές προϋποθέσεις την αποβολή των μισθωτών από το ακίνητό τους. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί είτε με αγωγή καταγγελίας της σύμβασης κι αξίωσης των ενοικίων είτε με διαταγή απόδοσης χρήσης μισθίου. Κάθε διαδικασία έχει τόσο θετικές όσο κι αρνητικές παραμέτρους.

Προτιμητέα από άποψη εξοικονόμησης χρόνου είναι αναμφίβολα η δεύτερη περίπτωση, εκείνη της διαταγής απόδοσης του μισθίου, της οποίας η επιδίκαση υπέρ του εκμισθωτή μπορεί να είναι εξαιρετικά άμεση. Απαραίτητη προϋπόθεση αυτής όμως είναι η επίδοση στον δύστροπο μισθωτή μέσω δικαστικού επιμελητή εξώδικη όχλησης, με την οποία ο εκμισθωτής καλεί τον μισθωτή του ακινήτου να του καταβάλλει τα οφειλόμενα μισθώματα κατά τα οριζόμενα στο νόμο κι ειδικότερα εντός δεκαπενθήμερης προθεσμίας. Αν ο μισθωτής καταβάλει τα ενοίκια στο διάστημα αυτό τότε η αίτηση προς έκδοση διαταγής απόδοσης χρήσης του μισθίου αποκλείεται και θα πρέπει να επαναληφθεί εκ νέου καθυστέρηση καταβολής ενοικίων προκειμένου να επιδοθεί νέο εξώδικο ελέω επανειλημμένης όμως δυστροπίας αυτή τη φορά καθιστώντας την έξωση του μισθωτή σχεδόν βέβαιη. Αν όμως παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, τότε υπέρ του εκμισθωτή μπορεί να κατατεθεί και να γίνει δεκτή αίτηση αποβολής του ενοικιαστή από το ακίνητο. Όσον αφορά δε τα οφειλόμενα μισθώματα μπορεί να τα κατατεθεί σωρευτικώς μαζί με την αίτηση προς έκδοση της διαταγής απόδοσης και αίτημα προς έκδοση διαταγής πληρωμής.